Η νυν ηγεσία δεν ψάχνει για τους άριστους αλλά καίγεται αποκλειστικά για τους αρεστούς.
Εδώ και μερικά χρόνια, η διοίκηση της ΕΟΚ έχει επενδύσει σε ένα συγκεκριμένο αφήγημα: αυτό της «εξυγίανσης», της αξιοκρατίας και, κυρίως, της περίφημης παραγωγικής διαδικασίας στη διαιτησία. Μας παρουσίασαν ένα πλάνο βάσει του οποίου το ελληνικό μπάσκετ θα έβγαινε από το τέλμα, γεννώντας μια νέα γενιά «άριστων» και αξιόπιστων διαιτητών. Ωστόσο, ο ορισμός της δυάδας των Τηγάνη και Τσιμπούρη στον 3ο τελικό του πρωταθλήματος ήρθε να γκρεμίσει με πάταγο αυτό το επικοινωνιακό οικοδόμημα.
Οι μάσκες πλέον έπεσαν, και η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο κυνική από τις υποσχέσεις. Σε ένα από τα πιο κρίσιμα παιχνίδια της χρονιάς, εκεί όπου απαιτούνταν προσωπικότητες εγνωσμένης αξίας, διεθνούς εμπειρίας και αδιαμφισβήτητου κύρους, η ΚΕΔ επέλεξε να εκτεθεί ανεπανόρθωτα. Η κίνηση αυτή ήταν μια βαθιά θεσμική υποβάθμιση που άγγιξε τα όρια του εξευτελισμού για την ίδια την Ομοσπονδία.
Αποδεικνύεται στην πράξη ότι το τελευταίο πράγμα που ενδιαφέρει τους διοικούντες είναι η ανάδειξη των πραγματικά κορυφαίων. Αν ίσχυε το αντίθετο, η παραγωγική διαδικασία θα είχε βάθος και δεν θα βλέπαμε σε κάθε κρίσιμη καμπή το ίδιο ανακυκλώσιμο μοτίβο.
Η ΚΕΔ συνεχίζει πεισματικά να ορίζει τους ίδιους και τους ίδιους, επιβεβαιώνοντας τον αρχαιότερο νόμο του παρασκηνίου στο ελληνικό μπάσκετ: η νυν ηγεσία δεν ψάχνει για τους άριστους αλλά καίγεται αποκλειστικά για τους αρεστούς.
Όταν το κριτήριο της επιλογής παύει να είναι η αγωνιστική επάρκεια και γίνεται η συμβατότητα με τις επιθυμίες του συστήματος, το αποτέλεσμα είναι νομοτελειακά αυτό που ζούμε σήμερα. Η ΕΟΚ έχασε μια ακόμα ευκαιρία να αποδείξει ότι εννοεί όσα διακηρύττει. Αντ' αυτού, οχυρώθηκε πίσω από ορισμούς σκοπιμότητας, αφήνοντας το άθλημα έκθετο στην καχυποψία και την απαξίωση.

COMMENTS