Ο Π. Γιαννάκης εκφράζει μια κραυγή αγωνίας για την απώλεια της ταυτότητας του ελληνικού μπάσκετ.
Ο Παναγιώτης Γιαννάκης εμφάνισε δυσαρέσκεια για το ελληνικό μπάσκετ, επικεντρώνοντας σε 3 βασικούς άξονες που αποκαλύπτουν τι ακριβώς θεωρεί ότι έχει «χαλάσει» στις ρίζες του αθλήματος:
Η «παγίδα της ευκολίας»
Ο Γιαννάκης εντοπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα στη νοοτροπία των νέων αθλητών: «τα παιδιά χάνουν την αυτοσυγκέντρωση. Ειδικά τώρα», επειδή περιβάλλονται από πράγματα που «φαίνονται εύκολα». Τι σημαίνει αυτό στο βάθος: Η κριτική του στρέφεται εναντίον ενός συστήματος που πιθανώς καλομαθαίνει τους ταλαντούχους παίκτες ή τους προσφέρει εύκολες διεξόδους, κάνοντάς τους να ξεχνούν ότι «τα εύκολα έρχονται, εύκολα περνούν».
Ο ίδιος προειδοποιεί ότι αν ένας παίκτης επαναπαυτεί στο ταλέντο του και δεν δουλέψει σκληρά, «θα αντιμετωπίσει μετά τα 24 του αυτό που του λείπει», καθώς μετά τα 30 η φθίνουσα πορεία είναι ραγδαία.
Αντιπαραβάλλει αυτή τη χαλαρότητα με τη δική του εποχή, όπου η επιτυχία απαιτούσε θυσίες χωρίς δικαιολογίες: ο ίδιος ξυπνούσε από τις 6:00 το πρωί για να πάει στο πανεπιστήμιο με το λεωφορείο, επέστρεφε για προπόνηση μέχρι το βράδυ, ενώ παράλληλα εργαζόταν για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του.
Αυτή η κουλτούρα της «βρεγμένης φανέλας» και των παπουτσιών που μπάζουν νερό από την προπόνηση, φαίνεται να έχει δώσει τη θέση της σε μια πιο επιφανειακή προσέγγιση.
Ο εκφυλισμός του παιχνιδιού
Η περιγραφή του Γιαννάκη για την εικόνα που παρουσιάζουν σήμερα τα ελληνικά γήπεδα είναι καταπέλτης: «ένας τύπος ντριμπλάρει για παίκτες, ζητάει την μπάλα, κανείς δεν λέει το σκριν, κανείς δεν κινείται χωρίς μπάλα... και κανείς δεν τρέχει πίσω στην άμυνα».
Τι σημαίνει αυτό στο βάθος: Το ελληνικό μπάσκετ παράγει ή ανέχεται πλέον παίκτες «εγωκεντρικούς», χάνοντας τη συλλογική μπασκετική παιδεία που κάποτε αποτελούσε το σήμα κατατεθέν του. Για τον Γιαννάκη, το μπάσκετ είναι «κάτι σαν τη ζωή», όπου η επιτυχία έρχεται μόνο όταν βάζεις το «εγώ» σου στην άκρη για χάρη της ομάδας.
Στη δική του χρυσή εποχή, «το εγώ ήταν στο μπαλκόνι» και η απόλυτη φιλοσοφία του συμπυκνώνεται στη φράση: «το μότο μου είναι ένα πάσο σε κάνει ευτυχισμένο». Η σημερινή απουσία αυτής της συνεργασίας στα γήπεδα δείχνει ότι το άθλημα έχει χάσει την ψυχή του και την ικανότητα να εμπνέει.
Ο συμβιβασμός με το «βολικό»
Όταν ερωτάται αν είναι ευχαριστημένος με το πού βρίσκεται το ελληνικό μπάσκετ σήμερα, απαντά κοφτά «Όχι, όχι» και εξηγεί: «Επειδή θέλω περισσότεροι Έλληνες να βρίσκονται σε όλο τον κόσμο. Επειδή όμως νιώθουν τόσο άνετα στην Ελλάδα».
Τι σημαίνει αυτό στο βάθος: Υπάρχει μια σαφής αιχμή για έλλειψη φιλοδοξίας και για ένα εγχώριο σύστημα που έχει δημιουργήσει μια «ζώνη ασφαλείας». Οι Έλληνες παίκτες προτιμούν να μένουν στα στενά, προστατευμένα όρια του ελληνικού πρωταθλήματος επειδή εκεί «νιώθουν άνετα», αντί να βγουν έξω, να ρισκάρουν και να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στο κορυφαίο επίπεδο.
Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη δική του πορεία, όταν το 1981-1982 άφησε την ασφάλειά του στην Ελλάδα για να πάει ολομόναχος στο rookie camp των Boston Celtics, παλεύοντας σκληρά με τους κορυφαίους, και επιλέγοντας τελικά να επιστρέψει μόνο και μόνο για να μην χάσει το δικαίωμα να αγωνίζεται στην Εθνική ομάδα.
Συνεπώς, η «δυσαρέσκειά» του πίσω από τις λέξεις είναι μια κραυγή αγωνίας για την απώλεια της ταυτότητας του ελληνικού μπάσκετ. Εκφράζει την ανησυχία ότι το άθλημα έχει διολισθήσει σε έναν ατομικιστικό, εύκολο και συμβιβασμένο τρόπο λειτουργίας, μακριά από τις αξίες της σκληρής δουλειάς, της αυτοθυσίας και της ομαδικότητας που το έκαναν κάποτε θρυλικό

COMMENTS